- αὐλῶπις
- αὐλῶπις, ιδος (αὐλός): with upright tube, to receive the plume of a helmet, Il. 5.182. (Il.) (See cuts 16, 17.)
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
αυλώπις — αὐλῶπις, η (Α) 1. «αὐλῶπις τρυφάλεια» (Όμηρος) περικεφαλαία με σωληνοειδή υποδοχή απ όπου βγαίνει το λοφίο ή με στενή σχισμή για τα μάτια 2. «αὐλῶπις λόγχη» η λόγχη που έχει αυλάκια από τις δύο μεριές της (Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < αυλός + ωπις*, θηλ … Dictionary of Greek
αὐλῶπις — with a tube like opening fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αὐλῶπιν — αὐλῶπις with a tube like opening fem acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αυλός — Πνευστό μουσικό όργανο αρχαιότατης προέλευσης. Αιγυπτιακές τοιχογραφίες μάς πληροφορούν ότι οι Αιγύπτιοι γνώριζαν τουλάχιστον τρία είδη α.: τους ευθύαυλους μιμ με επιστόμιο και πέντε οπές, τους πλαγίαυλους σέμπι, που παίζονταν περίπου όπως και τα … Dictionary of Greek
αὐλώπιδα — αὐλώ̱πιδα , αὐλῶπις with a tube like opening fem acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αὐλώπιδι — αὐλώ̱πιδι , αὐλῶπις with a tube like opening fem dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)